
Οι ζωές μας είναι γεμάτες ιστορίες. Άλλες τις αναγνωρίζουμε ως «μεγάλες»—αυτές που φέρνουν ριζικές αλλαγές, όπως ένας γάμος, ένας χωρισμός, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Άλλες είναι «μικρές»—στιγμές που μπορεί να φαίνονται ασήμαντες, αλλά που, όταν τις φωτίσουμε διαφορετικά, αποκαλύπτουν ένα βαθύ νόημα. Όμως, δεν είναι το μέγεθος του γεγονότος που καθορίζει την επίδρασή του στη ζωή μας. Είναι ο τρόπος που το αφηγούμαστε, το νόημα που του δίνουμε και η θέση που του επιτρέπουμε να έχει στην ταυτότητά μας.
Ο τρόπος που μιλάμε για τον εαυτό μας διαμορφώνει τη σχέση μας με τη ζωή
Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε έχει δύναμη. Όταν περιγράφουμε τον εαυτό μας και τις εμπειρίες μας, δεν μεταφέρουμε απλώς πληροφορίες—χτίζουμε την πραγματικότητά μας. Αν κάποιος λέει «είμαι αγχώδης» ή «είμαι αποτυχημένος», δημιουργεί έναν δεσμό μεταξύ του προβλήματος και της ταυτότητάς του. Αν όμως αρχίσει να το βλέπει αλλιώς—«η ανησυχία επισκέπτεται συχνά τη ζωή μου, αλλά δεν είμαι μόνο αυτό», «έχω ζήσει στιγμές δυσκολίας, αλλά δεν με καθορίζουν»—τότε αλλάζει κάτι θεμελιώδες: παίρνει απόσταση από το πρόβλημα και δημιουργεί χώρο για κίνηση.
Ένα απλό παράδειγμα που βλέπουμε συχνά είναι η εμπειρία της αποτυχίας. Κάποιος που λέει «απέτυχα σε μια δουλειά» μπορεί να το μετατρέψει σε «ήταν μια εμπειρία που μου έδειξε τι χρειάζομαι πραγματικά». Το ίδιο γεγονός, δύο διαφορετικές αφηγήσεις—και μια τελείως διαφορετική συναισθηματική επίδραση.
Οι ιστορίες που μας εγκλωβίζουν
Δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των ιστοριών που μας κρατά στάσιμους, αλλά και ο τρόπος που τις αφηγούμαστε. Ο David Denborough το έχει περιγράψει όμορφα: μπορούμε να πούμε την ιστορία μας με τρόπο που μας αποδυναμώνει, αλλά και με τρόπο που μας ενδυναμώνει. Πολλές φορές, οι ιστορίες που μας περιορίζουν δεν είναι καν δικές μας. Είναι κοινωνικά στερεότυπα, οικογενειακές προσδοκίες, παλιές αφηγήσεις που κάποτε μας δόθηκαν και τις δεχτήκαμε ως αλήθειες.
Ένα παιδί που ακούει διαρκώς ότι είναι «ντροπαλό» μπορεί να μεγαλώσει με την αίσθηση ότι η ντροπαλότητα είναι κάτι που τον καθορίζει, και όχι απλώς ένα στοιχείο του που μπορεί να αλλάξει. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που θεωρεί την επιτυχία μονόδρομο, μπορεί να νιώσει αποτυχημένος αν ακολουθήσει μια πιο ήσυχη, λιγότερο φιλόδοξη ζωή—παρόλο που μπορεί να είναι γεμάτη νόημα για εκείνον. Όταν όμως αρχίσουμε να αμφισβητούμε αυτές τις αφηγήσεις, κάτι μετακινείται μέσα μας.
Η εξωτερικεύση του προβλήματος: Ανοίγοντας χώρο για αλλαγή
Στο θεραπευτικό δωμάτιο, συχνά βλέπω πως η αλλαγή ξεκινά όταν κάποιος απομακρύνει το πρόβλημα από την ταυτότητά του. Όταν ένας άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι δεν είναι η κατάθλιψη, το άγχος, η ζήλια, ο εθισμός, αλλά ότι αυτά είναι απλώς καταστάσεις που υπάρχουν στη ζωή του, τότε ξαφνικά εμφανίζεται μια νέα δυνατότητα: να αλλάξει τη σχέση του με αυτά.
Για παράδειγμα, κάποιος που λέει «Είμαι αγχωτικός» μπορεί να μετατοπίσει την αφήγησή του σε «Υπάρχουν στιγμές που το άγχος εμφανίζεται στη ζωή μου, αλλά δεν είμαι μόνο αυτό». Αυτή η αλλαγή, όσο μικρή κι αν φαίνεται, δημιουργεί χώρο για δράση. Όταν το πρόβλημα σταματά να είναι ένας αμετακίνητος όγκος μέσα στην ταυτότητα και τοποθετείται έξω από αυτήν, συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό: ο άνθρωπος αποκτά δράση, γίνεται ο πρωταγωνιστής της αφήγησής του και όχι απλώς το θύμα της.
Επανασύνδεση με τις αξίες μας
Αντί να προσπαθούμε να «διορθώσουμε» τον εαυτό μας σύμφωνα με κάποιο εξωτερικό πρότυπο, μπορούμε να αναρωτηθούμε:
- Ποιες ιστορίες θέλω να κρατήσω και ποιες δεν μου ταιριάζουν πια;
- Ποιες αφηγήσεις φωτίζουν τις αξίες μου και ποια κομμάτια της ταυτότητάς μου θέλω να αναδείξω;
- Με ποιον τρόπο μπορώ να πω την ιστορία μου έτσι ώστε να με στηρίζει αντί να με περιορίζει;
Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μας δίνει δύναμη δεν είναι η προσαρμογή σε μια προκαθορισμένη αφήγηση, αλλά η ικανότητά μας να πούμε την ιστορία μας με τρόπο που μας κάνει να ανθίζουμε.
Όταν ακούγεσαι, ανθίζεις.
Add comment
Comments
Την αυθυποβολή ή την αυτοεκπληρουμενη προφητεία μου θυμίζει η προσέγγιση σας ...έτσι είναι?